Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Πέργκολα και κιόσκι




Η ξύλινη πέργκολα είναι πολύ συνηθισμένη κατασκευή που
ανάλογα με την λειτουργικότητά της προσαρμόζεται και η τε-
χνολογία κατασκευής.Χρησιμοποιείται σε αυλές, διαδρόμους,
πάρκα, παιδικές χαρές, ταράτσες, για αναρριχώμενα φυτά
(κληματαριές, αγιόκλιμα, γιασεμί κ.α.) και για στήριξη συστη-
μάτων σκίασης από καλαμωτή ή τέντα.

Το κιόσκι είναι επίσης πολύ συνηθισμένη ξύλινη κατασκευή
στην Ελλάδα, γιατί προσφέρει σκιά τους θερινούς μήνες, θέα
και προστασία από βροχή. Είναι πιο πολύπλοκη κατασκευή
από τις πέργκολες γιατί προστίθεται η στέγη, γι’ αυτό και απαι-
τείται ιδιαίτερη προσοχή και εφαρμογή των κανόνων τεχνο-
λογίας και στατικής επάρκειας της όλης κατασκευής.

Ιδιαίτερα για τα κιόσκια και υπαίθρια υπόστεγα μεγάλων
ανοιγμάτων απαιτείται στατικός υπολογισμόςτουφέροντα σκε-
λετού, για πλήρη προστασία.
Προσοχή και κατάλληλη τεχνική απαιτείται για τη θεμελίωση
καιτις συνδέσειςτων στοιχείων του σκελετού, ειδικά σε θέσεις
με ισχυρούς ανέμους και χιονοπτώσεις. Για τη θεμελίωση ξύ-
λινης πέργκολας μέσα στο έδαφος, ακολουθούμε τις εξήςτε-
χνικές:

Στην πρώτη μέθοδο ανοίγουμε μια βαθιά οπή στο έδαφος.

Στο κάτω μέροςτης οπής βάζουμε χοντρό χαλίκι, για να απο-
στραγγίζουν τα νερά. Τοποθετούμε την κολόνα σε κατακό-
ρυφη θέση. Μετά γεμίζουμε την τρύπα με τσιμέντο .
Για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής, θα πρέπει οι ξύλινες
κολόνες να είναι εμποτισμένες υπό πίεση με βορικά άλατα.
Στη δεύτερη μέθοδο κάνουμε τα θεμέλια από μπετόν. Τα θε-
μέλια θα προεξέχουν από το έδαφος περίπου 5-10 cm. Πριν
στεγνώσει το μπετόν βάζουμε ακριβώς στο κέντρο, γαλβανι-
σμένα ατσάλινα στηρίγματα για τις κολόνες. Όταν σταθερο-
ποιηθεί καλά το μπετόν βιδώνουμε τις κολόνες στη μεταλλική
ανοξείδωτη υποδοχή, αφήνοντας ένα μικρό κενό 2-3 cm ανά-
μεσα στο ξύλο και στο μπετόν, για να στραγγίζει το νερό της
βροχής. 

Προσέχουμε ώστε οι οπές στήριξηςτων βλή-
τρων (μπουλονιών), να μη βρίσκονται στο ίδιο κατακόρυφο
επίπεδο, το οποίο θα ενισχύει την τάση σχίσηςτης δοκού στο άκρο.

Οι δύο αυτές μέθοδοι που προαναφέρθηκαν μπορεί να χρη-
σιμοποιηθούν και για τη θεμελίωση κολόνων που θα στηρί-
ξουν τη στέγη από κιόσκι ή υπόστεγο.
Η τρίτη μέθοδος σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πάτωμα από
ξύλινα στοιχεία μεγάλου πάχους, τουλάχιστον 4 cm. Εδώ η
κολόνα αγκυρώνεται κάτω από την αποβάθρα, στα δοκάρια
του πατώματος.

Ξύλινες κατασκευές χώρων αναψυχής




Είναι τεράστια η ποικιλία των ξύλινων κατασκευών χώρων
αναψυχής. Θα αναφερθούμε στις κατασκευές που είναι κατάλ-
ληλες για δάση και αλσύλια αναψυχής, για πάρκα, πλατείες,
αυλές και κήπους.Οισημαντικότερεςαπόαυτές είναι:παγκάκια,
μονοπάτια με ξύλινα σκαλοπάτια,τραπεζόπαγκοι, κιόσκια και
πέργκολες, ξύλινες πεζογέφυρες, παιδικές χαρές, περιφράξεις.

Στις κατασκευές αυτές χρησιμοποιούνται ημικατεργασμένα και
κατεργασμένα προϊόντα ξύλου όπως, πάσσαλοι, στύλοι, πε-
λεκητή ξυλεία, αξεβάρδιστα πριστά και πριστά διαφόρων δια-
στάσεων (καδρόνια, μαδέρια, δοκοί, σανίδες κ.α.), από
ανθεκτικά είδη ξύλου όπως, ξύλο ελληνικής καστανιάς, ελ-
ληνικής μαύρης πεύκης, κυπαρισσιού, δρυός, μουριάς, ακα-
κίας, οξύκεδρου (άρκευθου, γνωστού ως κέδρο), εμποτισμένο
με άλατα βορίου και χαλκού.

 Σε μερικές κατασκευές, όπως οι
παιδικές χαρές χρησιμοποιείται και το κόντρα πλακέ εξωτερι-
κής χρήσης. Οι πάσσαλοι καστανιάς μπορούν να χρησιμοποι-
ηθούν και χωρίς εμποτισμό με άλατα, αρκεί να έχουν
εμποτιστεί με λινέλαιο. Ιδιαίτερα για τα ελληνικά δεδομένα η
καταλληλότερη ξυλεία για κατασκευές χώρων αναψυχής είναι
η ξυλεία πεύκης(ελληνική μαύρη πεύκη ή εισαγόμενη δασική
πεύκη), η καστανιά καιτο κυπαρίσσι, σε μορφή πριστών, ημί-
πριστων, πελεκητής τετραγωνισμένης ξυλείας, και σε μορφή
κορμιδίων (λεπτών κορμών με διάμετρο 10 έως 20 cm).

 Για παραδοσιακές κατασκευές μπορεί να χρησιμοποιηθούν ολό-
κληροι κορμοί. Σαν δεύτερη επιλογή μπορεί να χρησιμοποι-
ηθεί ξυλεία ελάτης και ερυθρελάτης, αλλά μετά από χειρισμό
εμποτισμού με βορικά άλατα και επάλειψη με λινέλαιο. Είναι
απαράδεκτο να εισάγουμε τεράστιες ποσότητες ξύλινων κα-
τασκευών υπαίθρου από Σουηδία, Γερμανία, Λιθουανία, Ιτα-
λία, Κίνα. Στη βιομηχανία ξύλου της Δασικής Υπηρεσίας στην
Καλαμπάκα λειτουργεί από το 1980 η πρώτη στη χώρα μας
μονάδα ξύλινων κατασκευών υπαίθρου από εμποτισμένη με
βορικά άλατα ξυλεία ελληνικής μαύρης πεύκης. Έκτοτε ιδρύ-
θηκαν μερικές ελληνικές μονάδες παραγωγής ξυλοκατα-
σκευών υπαίθρου. 

Το ξύλο ως πηγή ήχου


Το ξύλο σπάνια χρησιµοποιείται ως πηγή ήχου. Παράδειγµα είναι το
ξυλόφωνο, ένα µουσικό όργανο που αποτελείται από ξύλινα ελάσµατα µε
διαφορετικό µέγεθος. Μουσικοί φθόγγοι παράγονται µε κρούση των ελασµάτων
µε κρουστήρες που συνήθως είναι ξύλινοι. Επίσης, το ξύλο χρησιµοποιείται για
σήµαντρα σε µοναστήρια και εκκλησίες.

Το ύψος του ήχου που παράγεται, δηλαδή αν είναι οξύς ή βαρύς,
καθορίζεται από τη συχνότητα της παλµικής κινήσεως του κρουόµενου ξύλου.
Η συχνότητα εξαρτάται από τις διαστάσεις, την υγρασία, την πυκνότητα και την
ελαστικότητα του ξύλου. Ξυλοτεµάχια µε µεγαλύτερες διαστάσεις, µικρότερη
υγρασία, µεγαλύτερη πυκνότητα και ελαστικότητα παράγουν οξύτερους ήχους.

Ήχοι που παράγονται από ξύλο µπορεί να είναι ανεπιθύµητοι, όπως π.χ. ο
θόρυβος από ξύλινα δάπεδα ή σκάλες.

Ξύλο και ιδιότητες του ήχου




Όταν ένα σώµα κραδαίνετε, οι παλµικές κινήσεις στα µόριά του
µεταδίδονται στον αέρα µε τη µορφή κυµάτων. Τα κύµατα αυτά ονοµάζονται
ηχητικά. Όταν φτάσουν στο τύµπανο του αυτιού ακολουθεί µία σειρά από βιο-
µηχανικές και νευρικές µεταδόσεις, προκαλούν αντίστοιχους κραδασµούς, 
διεγείρουν το αισθητήριο όργανο της ακοής και ο ανθρώπινος εγκέφαλος το
γεγονός αυτό το ερµηνεύει ως ήχο. Έτσι λοιπόν ήχος ονοµάζεται η αιτία που
διεγείρει το αισθητήριο όργανο της ακοής και προκαλεί το ακουστικό αίσθηµα. 
Στον ήχο διακρίνουνε: την ένταση, που εξαρτιέται από το πλάτος που έχουν οι
παλµικές κινήσεις, το ύψος, που εξαρτιέται από τη συχνότητα, δηλαδή τον
αριθµό των παλµικών κινήσεων σε ένα δευτερόλεπτο(εικ.1), τη χροιά που µας
επιτρέπει να ξεχωρίζουµε δύο ήχους που έχουν την ίδια ένταση και το ίδιο ύψος
αλλά προέρχονται από διαφορετικές πηγές.

Το ύψος ενός ήχου αντιστοιχεί στη συχνότητα της ηχητικής πηγής, στον
αριθµό δηλαδή των κυµάνσεων των µορίων του ηχογόνου σώµατος στο χρονικό
διάστηµα του ενός δευτερολέπτου, γι΄αυτό πολλές φορές αντί για ύψος ενός
ήχου µιλάµε για τη συχνότητα ενός ήχου εννοώντας το ίδιο πράγµα. Το ύψος ή
η συχνότητα ενός ήχου είναι το χαρακτηριστικό εκείνο µε το οποίο
κατατάσσουµε έναν ήχο στους οξείς ή υψηλούς ήχους από το ένα µέρος και
κατά δεύτερο στους βαρείς ή χαµηλούς. Μονάδα µέτρησης της συχνότητας
είναι το Hertz (Hz) και χρησιµοποιείται κοινά για να εκφράσει έναν πλήρη
κύκλο σε ένα δευτερόλεπτο.

Το αισθητήριο όργανο της ακοής, δεν διεγείρεται από οποιαδήποτε
συχνότητα, αλλά από συχνότητες που περιλαµβάνονται µέσα σε ορισµένα όρια.
Τα όρια λοιπόν στις ακουστικές συχνότητες περιλαµβάνονται µεταξύ 16 Hz που
είναι το κατώτατο όριο ακουστικής συχνότητας, έως και 2000 Hz ως 25000 Hz,
που είναι τα ανώτατα όρια από ακουστικές συχνότητες. Αυτό σηµαίνει, ότι ο
ήχος εντός µίας ορχήστρας που παίζει ηχείται υψηλότερα σε σύγκριση µε τον
ήχο που µεταφέρεται σε υψηλότερες ή χαµηλότερες συχνότητες.
Η παλµική κίνηση του αέρα µπορεί να περιγραφεί πάντα από µία σειρά
ηµιτονικών παλµών διαφόρων συχνοτήτων.

 Όταν ένας ήχος περιέχει
ηµιτονικούς παλµούς µίας και µόνης συχνότητας λέµε ότι έχουµε καθαρό τόνο ή
µονοχρωµατικό ήχο. Τόνος µε άλλα λόγια είναι ο τρόπος του ανθρώπινου
εγκεφάλου που ερµηνεύει τη συχνότητα των ταλαντώσεων. Στη φύση όµως, όλα
τα µουσικά όργανα παράγουν σύνθετους ήχους, δηλαδή ήχους που
αποτελούνται από πολλές συχνότητες, κατά κανόνα όλες ακέραια πολλαπλάσια
της χαµηλότερης (π.χ. 100, 200, 400, 500, 700, 900 Hz).

Η λέξη διάστηµα αναφέρεται στην αντιληπτική απόσταση µεταξύ δύο
τόνων ή στο κατά πόσο υψηλότερη είναι ή µία νότα από την άλλη. Οι άνθρωποι,
στις περισσότερες µουσικές κουλτούρες, δείχνουν να αντιλαµβάνονται το ίδιο
τα µουσικά διαστήµατα από τόνο σε τόνο όταν η αναλογία των συχνοτήτων
τους είναι η ίδια. Το µουσικό διάστηµα από µία οκτάβα σε µία άλλη
συσχετίζεται µε µία συχνότητα αναλογίας 2:1.

Εάν διπλασιάσουµε τη
συχνότητα από οποιονδήποτε τόνο π.χ. της πρώτης οκτάβας θα έχουµε τον τόνο
της δεύτερης οκτάβας. Αν τον διπλασιάσουµε πάλι, ο τόνος θα είναι κατά δύο οκτάβες υψηλότερος από τον πρώτο. Έτσι κάθε µουσικό διάστηµα µπορεί να
οριστεί σαν µία αναλογία συχνοτήτων.


Στάδια παραγωγής επίπλων




‘Εχοντας κατασκευάσει τις φόρμες, αρχίζουμε τη διαδικασία παραγωγής.

Τα στάδια παραγωγής εξαρτώνται από το είδος του επίπλου, τα υλικά και την
απαιτούμενη κατεργασία τους.

 Π.χ. για έπιπλα με ξύλινο σκελετό θα
μπορούσαμε να διακρίνουμε τα ακόλουθα στάδια παραγωγής:

• Κοπή πριστών στα απαιτούμενα μήκη των τμημάτων του επίπλου με
δισκοπρίονο (διαμόρφωση μήκους ή ξεμάκρισμα ?).

• Κοπή των πριστών στο απαιτούμενο πάχος και πλάτος με
πριονοκορδέλλα (ξεφάρδισμα)

Για τα καμπύλα στοιχεία επίπλων η κοπή
των πριστών στην πριονοκορδέλα γίνεται με ειδικό οδηγό καμπύλων και
στενή λάμα. Η διαδικασία αυτή λέγεται ξεγύρισμα.

• Πλάνισμα όλων των πλευρών κάθε ευθύγραμμου τεμαχίου στην πλάνη και
ξεχόνδρισμα στο απαιτούμενο πάχος στην ξεχονδριστήρα.

• Κατασκευή των συνδέσεων στα άκρα και ενδιάμεσα κάθε τμήματος.

• Διαμόρφωση απαιτούμενου προφίλ κατά μήκος (πατούρες, σχέδια).

Τεχνολογία παραγωγής απλών επίπλων με ξύλινο σκελετό




Η διαδικασία κατασκευής ενός επίπλου προϋποθέτει την ύπαρξη πλήρους
σειράς κατασκευαστικών σχεδίων. Καταρχήν ο κατασκευαστής μελετά με
λεπτομέρεια το κατασκευαστικό σχέδιο, τα υλικά που θα χρησιμοποιήσει, και
την πλήρη ανάλυση της τεχνικής παραγωγής που θα ακολουθήσει δηλ. Τα
μηχανήματα που θα χρησιμοποιήσει, το είδος της μηχανικής κατεργασίας που
θα εκτελέσει στο κάθε μηχάνημα και τη σειρά των εργασιών (ροή
παραγωγής). Ιδιαίτερη μελέτη και προεργασία γίνεται για τις λεπτομέρειες των
συνδέσεων.

Στη συνέχεια σχεδιάζουμε με κλίμακα 1:1 επάνω σε λευκό χαρτί ή σε
διαφανές όλες τις τομές για κάθε τεμάχιο του επίπλου χωριστά καθώς και το
προοπτικό. Ακολούθως μεταφέρουμε τις φόρμες από το χαρτί σε λεπτό
κόντρα πλακέ (3mm) για κάθε τεμάχιο του επίπλου χωριστά. Αυτό
επιτυγχάνεται με ακρίβεια κόβοντας το χαρτί και αποτυπώνοντας στη
συνέχεια το σχήμα του στο κόντρα πλακέ. Μετά κόβουμε με τη σέγα
(ξεγυρίζουμε ή σεγάρουμε) το κόντρα πλακέ με ακρίβεια. Με τον τρόπο αυτό
παράγουμε τα πατρόν (τις φόρμες), τα οποία είναι πολύ χρήσιμα για την
όλη διαδικασία παραγωγής, ειδικά εάν παράγουμε περισσότερα του ενός
τεμάχια ανά έπιπλο. ‘Οταν τα κομμάτια του επίπλου είναι καμπύλα τότε
κάνουμε δύο φόρμες ανά τεμάχιο (δύο όψεις).

Σε δύσκολες περιπτώσεις μεταφέρουμε την πρόοψη όλου του επίπλου ή
τμήματος του επίπλου σε μεγάλο λεπτό φύλλο κόντρα πλακέ (καλούπι). Π.χ.
για καρέκλα κατασκευάζουμε δύο καλούπια, ένα με τα πίσω πόδια, την πλάτη,
την πίσω τραβέρσα και το πίσω καϊτι και το άλλο με τα μπροστινά πόδια, την
μπροστινή τραβέρσα και το μπροστινό καϊτι. Για μπερζιέρα, καναπέ,
πολυθρόνα ή καρεκλοπολυθρόνα, κατασκευάζουμε εκτός από το πίσω και το
μπροστινό μέρος, καιτο μπράτσο (πλάγια όψη).