Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Οικολογική ξυλεία νέας τεχνολογίας στην Ελληνική Αγορά




Το μεγάλο κόστος απόκτησης φυσικά ανθεκτικών ξύλων αλλά και οι επικίνδυνες 
τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για το περιβάλλον εμποτιστικές ουσίες για 
την προστασία του οδήγησαν στην ανάγκη για εύρεση νέων «πράσινων» 
τεχνολογιών ξύλου.
Στόχος αυτών των περιβαλλοντικά φιλικών τεχνολογιών είναι η παραγωγή 
προϊόντων ξύλου με βελτιωμένες ιδιότητες ως προς την ανθεκτικότητα, όμοιες μ' 
αυτές του φυσικά ανθεκτικού ή εμποτισμένου ξύλου.
Οι σημαντικότερες νέες τεχνολογικές λύσεις για την παραγωγή ξύλου με καλύτερες 
ιδιότητες είναι η χημική τροποποίηση, δηλαδή η βελτίωσή του ξύλου με χρήση 
ακίνδυνων χημικών ουσιών και η θερμική τροποποίηση, δηλαδή η βελτίωση των 
ιδιοτήτων του ξύλου με χρήση θερμότητας. Κύριος στόχος αυτών των τεχνολογιών 
είναι το τροποποιημένο ξύλο να έχει μεγαλύτερη σταθερότητα στις διαστάσεις 
(μικρότερη ρίκνωση-διόγκωση) και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα η οποία συσχετίζεται 
με την αντίσταση στους μύκητες, τα ξυλοφάγα έντομα και την ηλιακή ακτινοβολία 
(περιβαλλοντολογικές επιδράσεις).

Τεχνολογία Accoya – χημικά τροποποιημένο ξύλο


Μια περίπτωση χημικής τροποποίησης του ξύλου αποτελεί η καινοτόμος 
τεχνολογία Accoya η οποία κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με το 
εμπορικό όνομα AccoyaWood. Η τεχνολογία αυτή έφτασε σε βιομηχανικό επίπεδο 
χάρις τις πολύχρονες ερευνητικές προσπάθειες των Αμερικανών ερευνητών Dr. 
Alfred Stamm (1947-1980) και Καθ. Roger Rowell (1985-2004) του Forest Products 
Lab - Madison και του Σουηδού Καθ. Rune Simonson (1990-2004) του Chalmers 
University of Technology. Η μέθοδος αυτή τροποποιεί χημικά το ξύλο επιτρέποντας
έτσι τη βελτίωση ειδών, π.χ. πεύκου, Oregon pine, οξιάς. Η παραγόμενη ξυλεία 
φέρει οικολογικό σήμα και είναι εξαιρετικά υψηλής ποιότητας.
H διαδικασία στην οποία βασίζεται το ξύλο Accoya®, η ακετυλίωση, έχει αποδειχτεί 
ότι βελτιώνει σημαντικά τις ιδιότητες του ξύλου ώστε να θεωρείται ως η καλύτερη 
μέθοδος ανάμεσα σε πολλές άλλες. 
Οι φυσικές ιδιότητες κάθε υλικού καθορίζονται από την χημική του δομή. Το ξύλο 
περιέχει σε αφθονία χημικές ενώσεις που ονομάζονται ελεύθερα υδροξύλια. Αυτές 
απορροφούν και απελευθερώνουν νερό σύμφωνα με τις αλλαγές των κλιματικών 
συνθηκών στις οποίες εκτίθεται το ξύλο.
Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο το ξύλο συστέλλεται και διαστέλλεται

Η ακετυλίωση αλλάζει αποτελεσματικά τα ελεύθερα υδροξύλια μέσα στο ξύλο και 
τα μετατρέπει σε ομάδες ακετύλης. Όταν η ομάδα ελεύθερων υδροξυλίων 
μετατρέπεται σε ομάδα ακετύλης, η ιδιότητα του ξύλου να απορροφά νερό 
μειώνεται σε μεγάλο βαθμό, καθιστώντας το ξύλο περισσότερο σταθερό ως προς τις 
μεταβολές των διαστάσεων του και καθώς δεν είναι πια απορροφητικό (χάνει την 
υγροσκοπικότητα του) γίνεται εξαιρετικά ανθεκτικό.
Η τεχνολογία του τροποποιημένου ξύλου AccoyaWood βασίζεται στα ακόλουθα 
στάδια:


- Επιλογή ξυλείας και ξήρανση (μέχρι 2-4% ποσοστό περιεχόμενης υγρασίας).
- Εμποτισμός της ξυλείας με κατάλληλο καταλύτη. Ο εμποτισμός της ξυλείας 
διογκώνει τα κυτταρικά τοιχώματα του ξύλου με σκοπό τη διευκόλυνση της 
χημικής αντίδρασης.
- Αντίδραση του ξύλου με το χημικό αντιδραστήριο. Η ξυλεία μεταφέρεται σε 
κλειστούς κλιβάνους και η χημική τροποποίηση πραγματοποιείται σε 
θερμοκρασία ~1200
C.
- Προσθήκη ακετόνης. Η ακετόνη προστίθεται στον αντιδραστήρα για μια ώρα 
περίπου με σκοπό τον τερματισμό της χημικής αντίδρασης.
- Ξήρανση της ξυλείας και τελικός κλιματισμός.


Φυσικές ιδιότητες. Η πυκνότητα του AccoyaWood είναι περίπου 10% υψηλότερη σε 
σχέση με το μη τροποποιημένο ξύλο, γεγονός που οφείλεται στην είσοδο των 
ακετυλικών ομάδων στα κυτταρικά τοιχώματα και την πλήρωση των κενών χώρων. 
Η υγροσκοπικότητα του AccoyaWood (ρίκνωση & διόγκωση) μειώνεται με συνέπεια 
τη βελτίωση της διαστασιακής σταθερότητάς του. 
Πρόσθετα, το AccoyaWood είναι λιγότερο ανισότροπο, καθώς η διαφορά μεταξύ 
εφαπτομενικής και ακτινικής ρίκνωσης και διόγκωσης είναι σημαντικά μικρότερη, 
ενώ εμφανίζει και μικρότερη θερμική αγωγιμότητα.
Ανθεκτικότητα
σε βιολογικούς παράγοντες : H ανθεκτικότητα των ελάχιστα 
ανθεκτικών ειδών ερυθρελάτης & πεύκης βελτιώνεται σημαντικά (κλάση 
ανθεκτικότητας 1). Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανθεκτικότητα του AccoyaWood από 
πεύκο είναι υψηλότερη κι από αυτή των ανθεκτικών τροπικών ειδών Teak και Red 
Meranti. To AccoyaWood πεύκης προσφέρεται με εγγύηση 25 ετών όταν χρησιμοποιείται σε άμεση επαφή με το έδαφος. Επίσης έχει μεγαλύτερη 
ανθεκτικότητα στην ηλιακή ακτινοβολία.
To AccoyaWood είναι χημικώς «ένα νέο είδος ξύλου» που παράγεται με τρόπο 
φιλικό προς το περιβάλλον. Ο οξικός ανυδρίτης που χρησιμοποιείται για την 
παραγωγή του μεταβάλλει τα χημικά συστατικά του, ενώ μετά το τέλος του κύκλου 
ζωής του μπορεί να χειρισθεί όπως το μη τροποποιημένο ξύλο.




Ξήρανση του ξύλου




Η ξήρανση των ξύλων απαιτεί μεγάλη προσοχή, διότι είναι δυνατόν κατά τη 
διάρκεια της να δημιουργηθούν ρηγματώσεις, λόγω ταχύτερης ξηράνσεως των 
επιφανειακών στρώσεων ή των άκρων των ξύλων, είτε σήψη, λόγω ανάπτυξης
μυκήτων, είτε τέλος στρεβλώσεις ή κακώσεις εν γένει, λόγω κακής στοίβαξης τους. 
Κατά τη φυσική ξήρανση τα ξύλα τοποθετούνται κάτω από απλό ή εν μέρει κλειστό 
υπόστεγο σε στρώσεις, διαχωριζόμενα με πηχάκια ξηρής μαλακής ξυλείας, ειδικών 
κάθε φορά διαστάσεων και ανά ορισμένες αποστάσεις μεταξύ τους, ώστε να 
πραγματοποιείται ο καλύτερος δυνατός αερισμός των προς ξήρανση ξύλων. 

Τμήμα  της φυσικής ξήρανσης των ξύλων επιτυγχάνεται επίσης και με τη διατήρηση τους 
εντός ύδατος μέχρι εκβολής του χυμού τους από το νερό που εισδύει. Με την 
εξάτμιση του νερού αυτού το ξύλο ξηραίνεται πολύ ταχύτερα, ή με την εξάτμιση του 
χυμού του, αποφεύγονται έτσι και τυχόν σήψεις του ξύλου.

Η τεχνητή ξήρανση πλεονεκτεί έναντι της φυσικής, διότι αφενός μεν οι συνθήκες 
ξήρανσης ρυθμίζονται (θερμοκρασία μέχρι 180° C και υψηλή υγρασία, χρόνος δε 
παραμονής του ξύλου σε αυτές τις συνθήκες ανάλογος της αρχικής υγρασίας και της 
επιθυμητής τελικής αυτού), αφετέρου δε, δεν προκαλείται σήψη των ξύλων. 

Κατά  την ξήρανση αυτή τα ξύλα στοιβάζονται πάνω σε φορεία και εισάγονται σε 
κλιβάνους, όπου ξηραίνονται είτε με ξηρό και θερμό αέρα, εισαγόμενου μέσω
διάτρητου σωλήνα κατά διαστήματα και απαγόμενου, ψυχρού πλέον, από άλλον

σωλήνα, είτε μέσω ατμού (φουρνιστή ξυλεία) , διοχετευόμενου μέσω διάτρητου 
σωλήνα μέχρι αποπλύσεως του χυμού των ξύλων, διαπιστωμένης εκ της απόχρωσης 
του εκρέοντος νερού, και στη συνέχεια ξήρανσης των ξύλων, είτε τέλος μέσω 
διοχέτευσης καπνού (καπνιστή ξυλεία), εισαγομένου μετά την παραγωγή του από 
καύση ξύλων σε εστίες. Η τεχνητή ξήρανση απαιτεί μεγάλη προσοχή. 

Πολύ γρήγορη ξήρανση δεν δίνει καλής ποιότητας ξύλα.
Η χημική ξήρανση των ξύλων συνίσταται στον εμποτισμό των επιφανειακών 
στρωμάτων των ξύλων με διάλυμα, οπότε η ξήρανση αρχίζει από τα εσωτερικά 
στρώματα, ενώ τα εξωτερικά διατηρούν μεγαλύτερο ποσοστό υγρασίας. Έτσι 
αποφεύγονται ρηγματώσεις στη μάζα των ξύλων.


Μετά την ξήρανσή τους, τα ξύλα αποθηκεύονται με προσοχή προς αποφυγή 
στρεβλώσεων. Το ξύλο θεωρείται ξηρό εν γένει, όταν το ποσοστό της περιεχόμενης 
υγρασίας είναι μικρότερο του 20% του ξηρού βάρους του. 
Το ποσοστό της υγρασίας των ξύλων ποικίλει, αναλόγως του προορισμού τους. Η 
ξυλεία επιπλοποιίας πρέπει να έχει υγρασία 6 - 10%, η ξυλεία κουφωμάτων και 
στοιχείων κατασκευής, τα οποία βρίσκονται μεταξύ εσωτερικού και υπαίθριου 
χώρου, πρέπει να έχει υγρασία 12-15%, η δε ξυλεία εξωτερικών κατασκευών 15-
20%.



Προσδοκώμενη διάρκεια ζωής και ευαισθησία μελών ξύλου


Η διάρκεια ζωής για την οποία σχεδιάζεται ένα κτίριο ή τμήματα αυτού είναι η 
περίοδος λειτουργίας της κατασκευής που προσδιορίζεται από τον μηχανικό και τον 
πελάτη. Ως χρόνος λειτουργίας ορίζεται το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο δεν 
είναι απαραίτητη κάποια πολυέξοδη διαδικασία συντήρησης ή αποκατάστασης. Το 
σημείο που τελειώνει η περίοδος λειτουργίας του κτιρίου υποδηλώνει το όριο της 
ανθεκτικότητας του στο χρόνο.(Trada Technology).

Μερικά τμήματα εντός της κατασκευής μπορεί να θεωρηθούν αντικαταστάσιμα. Η 
επιλογή ανάμεσα στη χρήση υψηλής ποιότητας ανθεκτικών ξύλων τα οποία δεν 
χρειάζεται να αντικατασταθούν ή στη χρήση χαμηλότερης ποιότητας ξύλων τα 
οποία είναι δυνατόν να αντικατασταθούν με νέα σε περίπτωση που παρουσιάσουν 
προβλήματα υπόκειται στην εκτίμηση του μηχανικού ο οποίος μελετά και λαμβάνει 
υπόψη τους κινδύνους αλλά και το κόστος και προφανώς τον ιδιοκτήτη.


O δομικός ρόλος ενός ξύλινου τμήματος μιας κατασκευής καθορίζει τη διάρκεια ζωής που 
απαιτείται να έχει, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και τη δυνατότητα συντήρησης και 
αποκατάστασης του. 
Επισημαίνεται ότι κάθε μέλος ή σύστημα κατασκευής 
υποβάλλεται σε διάφορες καταπονήσεις κατά τη διάρκεια της ζωής του οι οποίες ξεκινούν 
πολύ νωρίς, από την φάση ακόμα μετατροπής του από πρώτη ύλη σε δομικό στοιχείο, στη 
συνέχεια κατά τη διάρκεια της κατασκευής, φυσικά κατά τη διάρκεια χρήσης του αλλά και 
την απόθεση του μετά τη χρήση. 
Ο μηχανικός και ο πελάτης ή ιδιοκτήτης θα πρέπει να 
λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές επιπτώσεις που έχει κάθε καθοριζόμενη διάρκεια ζωής
και θα πρέπει να εξισορροπούν το αρχικό κόστος κατασκευής με αυτό της συντήρησης και 
της αποκατάστασης της.

Φυσική Ανθεκτικότητα Ξύλου




Η ανθεκτικότητα που παρουσιάζει κάθε είδος ξύλου στους βιολογικούς κινδύνους 
ονομάζεται φυσική ανθεκτικότητα.
Συνήθως τα είδη ξύλων κατηγοριοποιούνται σε τέσσερις ή πέντε ομάδες 
ανθεκτικότητας ανάλογα με τη συμπεριφορά του καρδιόξυλου όταν αυτό είναι 
θαμμένο ή έρχεται σε επαφή με το έδαφος.
Αν αναλογιστούμε πως το ξύλο είναι ένα οργανικό προϊόν, είναι εκπληκτικό το πώς 
μπορεί και αντιστέκεται στις προσβολές από μύκητες και έντομα για μεγάλο 
χρονικό διάστημα. Αυτή η αντίσταση μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από τα βασικά 
συστατικά του κυτταρικού τοιχώματος και από την εναπόθεση εκχυλισμάτων στο 
καρδιόξυλο.

Η παρουσία της λιγνίνης (lignin) που πλαισιώνει και προστατεύει την κρυσταλλική 
κυτταρίνη φαίνεται να προσφέρει ένα μικρό βαθμό αντίστασης στους βιολογικούς 
εισβολείς. Η αντίσταση του σομφού ξύλου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή 
των μελών των φυλλωμάτων. Η προσβολή από μύκητες έχει ως αφετηρία την 
παρουσία υγρασίας με κατώτερο όριο το 18-20% για το ξύλο ενώ το αντίστοιχο όριο 
για τα φυτά χωρίς λιγνίνη είναι περίπου το μισό.
Το ξύλο περιέχει μικρή ποσότητα αζώτου, της τάξης του 0,03-0,1% της μάζας του και 
αφού αυτό το στοιχείο είναι μια προϋπόθεση για την ανάπτυξη των μυκητών, η 
παρουσία του σε τόσο μικρές ποσότητες συνεισφέρει στη φυσική ανθεκτικότητα 
του ξύλου.
Ο κύριος παράγοντας ο οποίος προσδίδει αντοχή στο ξύλο έναντι βιολογικών 
κινδύνων είναι αναμφισβήτητα η παρουσία των εκχυλισμάτων στο καρδιόξυλο. Η 
πολύ μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του καρδιόξυλου σε σχέση με το σομφό ξύλο σε 
μερικά είδη αποδίδεται πρώτιστα στην παρουσία των παραπάνω τοξικών ουσιών, 
πολλές από τις οποίες είναι φαινολικής προέλευσης. Άλλοι παράγοντες όπως η 
διαφορές στην εναλλαγή της περιεχόμενης υγρασίας που παρουσιάζουν τα δύο 
αυτά τμήματα του δέντρου, η διαφορά της πυκνότητας και η απόθεση κολλωδών 
ουσιών και ρητινών παίζουν επίσης έναν καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό της 
ανθεκτικότητας του καρδιόξυλου.
Διαφορετικές τιμές ανθεκτικότητας μπορούν να προκύψουν ακόμα και μέσα στην 
περιοχή του καρδιόξυλου. Σε κάποια ξύλα η εξωτερική ζώνη του καρδιόξυλου έχει 
μεγαλύτερη αντοχή από ότι η εσωτερική. Η διαβάθμιση αυτή οφείλεται στη 
διαφορετική περιεκτικότητα της κάθε ζώνης σε εκχυλίσματα.
Λόγω του ότι τα φυσικά εκχυλίσματα 
προσδίδουν σκουρότερο χρώμα στο 
ξύλο ισχύει εμπειρικά ότι το 
σκοτεινότερο χρώμα, είναι δείκτης 
μεγαλύτερης φυσικής ανθεκτικότητας. 
Δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ 
πυκνότητας και φυσικής ανθεκτικότητας 
εν γένει
Η ανθεκτικότητα του καρδιόξυλου ποικίλει σημαντικά ανά είδος ξύλου, και όπως 
προαναφέρθηκε είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον τύπο και την ποσότητα των 
εκχυλισμάτων που περιέχει. Τα καρδιόξυλα που στερούνται αυτών των ουσιών 
παρουσιάζουν πολύ χαμηλή φυσική ανθεκτικότητα. 

Πλεονεκτήματα - Μειονεκτήματα του Ξύλου


Πλεονεκτήματα:

Το ξύλο θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ένα από τα παρεξηγημένα δομικά 
υλικά. Έχει λανθασμένα συνδεθεί με την έλλειψη πυροπροστασίας, την καταστροφή 
του περιβάλλοντος, την μειωμένη ανθεκτικότητα αλλά και με την αδυναμία 
παραλαβής μεγάλων φορτίων.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι :
- το ξύλο είναι το μόνο υλικό που μπορεί να ανανεώνεται με ρυθμό μεγαλύτερο 
από την κατανάλωση του.
- Έχει σε σχέση με τα άλλα δομικά υλικά εύκολη επεξεργασία με σημαντικά 
μικρότερη κατανάλωση ενέργειας και έκλυση CO2 στην ατμόσφαιρα.
- Επίσης όταν παρέλθει ο χρόνος χρήσης του δεν ρυπαίνει το περιβάλλον, διότι 
κάτω από κατάλληλες συνθήκες, αποσυντίθεται.
- Οι ξύλινες κατασκευές εντάσσονται αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον.

Παρέχουν μεγάλες αντοχές με σχετικά μικρό ίδιο βάρος και συμπεριφέρονται 
εξαιρετικά σε σεισμικές καταπονήσεις όταν είναι σχεδιασμένες σωστά. Το 
ξύλο αποτελεί το κυρίαρχο δομικό υλικό των σημαντικότερων αντισεισμικών 
δομικών συστημάτων του κόσμου. 
- Αν και είναι κατασκευασμένες από καιγόμενο υλικό, έχουν σε ικανοποιητικό 
βαθμό προβλέψιμη συμπεριφορά έναντι φωτιάς (από την αρχή του 20ου 
αιώνα εντάχθηκε στο σύστημα ακριβούς υπολογισμού χρόνου αντοχής στην 
πυρκαγιά).
- Το ξύλο ως δομικό υλικό έχει θερμομονωτικές ιδιότητες και είναι κακός 
αγωγός του ηλεκτρισμού. Έχει μικρή θερμική συστολή και διαστολή και πολύ 
καλές ακουστικές ιδιότητες. 
- Επίσης παρουσιάζει καλή αντοχή σε αραιά διαλύματα οξέων.


Μειονεκτήματα:


Το ξύλο είναι υγροσκοπικό υλικό, αυτό σημαίνει πως απορροφά υγρασία από την 
ατμόσφαιρα όταν είναι ξηρό και αποδίδει αντίστοιχα υγρασία στο περιβάλλον όταν 
είναι υγρό, έως ότου το περιεχόμενο ποσοστό υγρασίας του έλθει σε ισορροπία με 
την πίεση των υδρατμών του περιβάλλοντος.
Για όλους τους συνδυασμούς θερμοκρασίας περιβάλλοντος και πίεσης υδρατμών1
υπάρχει ένα αντίστοιχο ποσοστό περιεχόμενης υγρασίας του ξύλου όπου δεν 
έχουμε ούτε εσωτερική αλλά ούτε και εξωτερική μετακίνηση υδρατμών. Αυτό το 
ποσοστό υγρασίας ονομάζεται ποσοστό υγρασίας του ξύλου σε ισορροπία με το 
περιβάλλον.
Το ξύλο εξαιτίας της υγροσκοπικότητας του (πρόσληψη και αποβολή υγρασίας) 
μεταβάλλει της διαστάσεις του κάθετα στην διεύθυνση των ινών. Συνήθως 
διαχωρίζουμε τις αλλαγές αυτές όταν συμβαίνουν σε στεγνό ξύλο όπου η
περιεχόμενη υγρασία του ξύλου μειώνεται άμεσα κατά ένα μεγάλο ποσοστό (κάτω 

από 12%) και σε αυτές που συμβαίνουν σε στεγνό ξύλο εξαιτίας των καθημερινών 
αλλαγών στη σχετική υγρασία στην περιβάλλουσα ατμόσφαιρα. Οι πρώτες 
καλούνται ρίκνωση (shrinkage) ενώ οι τελευταίες ονομάζονται μετακίνηση 
(movement).


Ρίκνωση ονομάζεται η μείωση των διαστάσεων του ξύλου. Λόγω της ιδιαιτερότητας 
και της ανομοιομορφίας του υλικού ο βαθμός ρίκνωσης μπορεί να είναι 
διαφορετικός στις τρεις διαστάσεις (μεγαλύτερος κάθετα στη διεύθυνση των ινών 
του). Με άλλα λόγια το ξύλο συμπεριφέρεται ανισότροπα σε ότι έχει σχέση με το 
νερό. Ωστόσο η ποικιλότητα που συναντάμε στον βαθμό ρίκνωσης λόγω 
διαφορετικότητας στο είδος του ξύλου είναι πολύ πιο σημαντική από αυτή που 
συμβαίνει στις τρείς διαστάσεις του ίδιου ξύλου όπως παρουσιάζεται στον πίνακα 
1.1.



Είδη ξυλείας




Τα δέντρα από τα οποία παράγεται η δομική ξυλεία κατατάσσονται σε κωνοφόρα ή 
αειθαλή, γνωστή και ως μαλακή ξυλεία και σε πλατύφυλλα ή φυλλοβόλα, γνωστή 
και ως σκληρή ξυλεία. Για τον εύκολο διαχωρισμό της σημαίνεται με C 
(coniferous=κωνοφόρο) ή D (deciduous=φυλλοβόλο), κατ’αντιστοιχία προς το 
δένδρο παραγωγής της.

Μαλακή Ξυλεία (Softwood) 



Είναι ο γενικός όρος που χρησιμοποιείται στη ξυλουργική βιομηχανία για την ξυλεία 
από κωνοφόρα δέντρα (βελονοειδή δέντρα του γένους Πεύκη). Συμπεριλαμβάνει: 
πεύκη, ελάτη, κέδρο, έλατο, λάρτζινο (αγριόπευκο), έλατο Douglas fir, κωνοφόρο 
έλατο, κυπαρίσσι, pitch-pine, άρκευθος, σεκόγια, ήμερο έλατο κ.α. 
Όπως υπονοεί και η ονομασία, τα ξύλα μαλακής ξυλείας είναι όντως μαλακότερα 
από αυτά της σκληρής ξυλείας, αλλά υπάρχουν και μερικές αξιοσημείωτες 
εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, το έλατο Douglas fir είναι πιο σκληρό και πιο ανθεκτικό 
από πολλά ξύλα σκληρής ξυλείας, ενώ αντιθέτως η κιγχόνη (balsa), ένα δέντρο 
σκληρής ξυλείας από τεχνική άποψη, έχει πιο μαλακό ξύλο από πολλά ξύλα 
μαλακής ξυλείας. 
Η διαφορά μεταξύ μαλακής και σκληρής ξυλείας οφείλεται στη μικροσκοπική δομή 
του ξύλου. Η μαλακή ξυλεία περιέχει μόνο δύο ειδών κύτταρα: διαμήκη κυλινδρικά 
αγγεία (ή τραχείδια) και εγκάρσια ακτινοτραχείδη κύτταρα. Στη μαλακή ξυλεία δεν 
υπάρχουν τα αγγεία που μεταφέρουν το νερό που έχει η σκληρή ξυλεία και που 
εμφανίζονται ως ‘πόροι'. Στη μαλακή ξυλεία η εσωτερική κυκλοφορία του νερού 
γίνεται μόνο μέσω των τραχεϊδών. Μερικά δέντρα, όπως η πεύκη, η ελάτη, το 
αγριόπευκο και το έλατο Douglas fir, έχουν κανάλια που μεταφέρουν ρητίνη η 
οποία προστατεύει το δέντρο από κακώσεις. 
Γενικά, η μαλακή ξυλεία δουλεύεται πιο εύκολα. Αποτελεί το μεγαλύτερο ποσοστό 
της δομικής ξυλείας που χρησιμοποιεί ο μηχανικός και έχει ένα ευρύ φάσμα 
χρήσεων και εφαρμογών. Χρησιμοποιείται ως κύριο υλικό στην οικοδομική όπως 
επίσης και στην επιπλοποιία αλλά και για πολλά άλλα προϊόντα (καλουπώματα, 
πόρτες, παράθυρα κ.α.). Επίσης η μαλακή ξυλεία χρησιμοποιείται και στη 
κατασκευή χαρτιού καθώς και στη παραγωγή βιομηχανικών προιόντων ξύλου (π.χ. 
ξυλόπλακες διαφόρων τύπων, ινόπλακες, ΜDF κ.α).

Σκληρή Ξυλεία (hardwood)


Αποτελεί την ξυλεία από πλατύφυλλα, αγγειόσπερμα ή ανθοφόρα δέντρα (κυρίως 
φυλλοβόλα, αλλά όχι αποκλειστικά, όπως π.χ. τα τροπικά δέντρα). Χαρακτηριστικά 
δέντρα που ανήκουν σε αυτό το είδος ξυλείας είναι η δρυς, η καστανιά, η καρυδιά, 
η σημύδα, το σφενδάμι, η φτελιά, η μουριά, η ελιά, η ακακία, η οξιά, ο πλάτανος, η 
κλήθρα, η φουντουκιά, η φιλύρα, η λεύκη κτλ . 
Γενικά, η σκληρή ξυλεία έχει μεγαλύτερη πυκνότητα και σκληρότητα από αυτή της 
μαλακής ξυλείας, παρόλο που υπάρχει μεγάλη ποικιλία στη πραγματική 
σκληρότητα των ξύλων και στις δύο κατηγορίες με αρκετή αλληλοεπικάλυψη. 
Μερικά δέντρα σκληρής ξυλείας (π.χ. μπάλσα) είναι μαλακότερα από δέντρα 
μαλακής ξυλείας, ενώ το ήμερο έλατο είναι ένα παράδειγμα σκληρού ξύλου από 
δέντρο μαλακής ξυλείας. 
Τα δέντρα σκληρής ξυλείας έχουν πλατιά φύλλα και κεκλεισμένα καρύδια ή 
σπόρους όπως τα βελανίδια. Συνήθως φυτρώνουν σε υποτροπικές περιοχές της 
Αφρικής Ευρώπης και Ασίας.
Υπάρχουν περίπου εκατό φορές περισσότερα είδη σκληρής ξυλείας εν συγκρίσει με 
την μαλακή ξυλεία. Τα υδροφόρα αγγεία τους διαφέρουν σε μέγεθος, σχήμα και 
πεδίο διάτρησης (απλό, βαθμιδωτό, δικτυωτό ή βελονοειδές), και στη δομή του 
κυτταρικού τοιχώματος (π.χ. σπειροειδές πάχος). 
Η σκληρή ξυλεία είναι συνήθως πιο ανθεκτική στη σήψη από τη μαλακή ξυλεία, 
ιδίως όταν χρησιμοποιείται σε εξωτερικές εφαρμογές. Όμως, οι ξυλουργικές 
κατασκευές αποκλειστικά από σκληρό ξύλο είναι πολύ πιο πολυδάπανες εν 
συγκρίσει με αυτές της μαλακής ξυλείας.
Στο παρελθόν, η σκληρή τροπική ξυλεία ήταν πιο εύκολα διαθέσιμη αλλά τώρα, εξ 
αιτίας θεμάτων βιωσιμότητας των δασικών περιοχών, η παροχή της είναι 
περιορισμένη. Για παράδειγμα, πολλές πόρτες που παλαιότερα κατασκευάζονταν 
από συμπαγή στοιχεία σκληρής ξυλείας τώρα κατασκευάζονται από εξωτερικά 
φύλλα καπλαμά σκληρής ξυλείας συγκολλημένα σε διαφόρων τύπων ξυλόπλακες.



Το ξύλο ως δομικό υλικό




Όταν το ξύλο εξετάζεται ως δομικό υλικό για την παραγωγή βιομηχανικών 
προϊόντων ξύλου ή για την χρήση του σε κατασκευές, ορισμένα φυσικά αυξητικά 
χαρακτηριστικά του δέντρου αποτελούν σημαντικά ελαττώματα τα οποία μπορούν 
να υποβαθμίζουν την αρχιτεκτονική/αισθητική του αξία καθώς και τη μηχανική του 
συμπεριφορά. Τα σημαντικότερα φυσικά ελαττώματα των ξύλινων δομικών 
στοιχείων είναι οι ρόζοι και η εντεριώνη.
Ρόζοι ονομάζονται τα ενσωματωμένα τμήματα των κλαδιών του δέντρου στον 
κορμό. Διακρίνονται σε :
συμφυείς (σύμφυτους) ή χλωρούς, ή ζωντανούς, ή υγιείς, οι οποίοι αποτελούν 
τα ζωντανά κλαδιά που είναι ενσωματωμένα στον κορμό την στιγμή της 
υλοτόμησης και 
αποπίπτοντες ή νεκρούς οι οποίοι αποτελούν τα ξερά, νεκρά κλαδιά που 
περικλείονται μέσα στον κορμό την στιγμή της υλοτόμησης και ουσιαστικά 
αποτελούν ξένα σώματα με μικρή πλέον σύνδεση με το υπόλοιπο τμήμα του 
κορμού.


Η ύπαρξή τους οδηγεί σε αποκλίσεις από την ευθυΐνια και σε ζώνες με θλιψιγενές 
και εφελκυσμογενές ξύλο. Η παρουσία των ρόζων και ιδιαίτερα των νεκρών ρόζων 
αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα ελάττωσης των μηχανικών αντοχών του ξύλου.
Επίσης η διάμετρος των ρόζων και η διάταξη τους (π.χ. μεγάλη συγκέντρωση σε μια 
μικρή περιοχή) μπορεί να έχει μεγαλύτερη επιρροή από τον αριθμό τους. Έχουν 
δυσμενέστερη επιρροή όταν βρίσκονται στην εφελκυόμενη περιοχή του στοιχείου. 
Αντίθετα η παρουσία σύμφυτων ρόζων αυξάνει την αντοχή σε εγκάρσια θλίψη.
Εντεριώνη καλείται η μαλακή, σπογγώδης και ελαφρά ουσία που συναντάται στο 
κέντρο του στελέχους πολλών φυτών. Συνήθως συνίσταται από κυτταρώδη ιστό 
μόνο. Η εντεριώνη δημιουργεί προβλήματα όταν είναι ενσωματωμένη στη διατομή 
δομικών μελών, λόγω διαφορετικής δομής από το υπόλοιπο ξύλο. Συνοδεύεται 
συνήθως από ρόζους και ραγάδες και ανάλογα με το μέγεθός της μπορεί να 
συνεπάγεται μείωση της μηχανικής αντοχής.